|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο backup παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: light
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: backup, back-up n | (support) | ενισχύσεις ουσ θηλ πλ | | | When the policeman realized he couldn't handle the situation alone, he called for backup. | | | Όταν ο αστυνομικός συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να ελέγξει μόνος του την κατάσταση, κάλεσε ενισχύσεις. | backup, back-up n | (duplicate copy) | αντίγραφο ουσ ουδ | | | | αντίγραφο ασφαλείας φρ ως ουσ ουδ | | | (καθομιλουμένη) | backup ουσ ουδ άκλ | | | This is a backup; the original copy is in the filing cabinet. | | | Αυτό είναι αντίγραφο. Το πρωτότυπο
είναι στο αρχείο. | backup, back-up n | (accumulation) | μαζεύομαι, συσσωρεύομαι ρ αμ | | | (μεταφορικά) | όγκος ουσ αρσ | | | There is a backup of paperwork that we need to file by the end of the day. | | | Έχει μαζευτεί χαρτούρα που πρέπει να αρχειοθετηθεί μέχρι το τέλος της ημέρας. | backup, back-up n | informal (traffic jam) | μποτιλιάρισμα ουσ ουδ | | | There is a backup on the interstate just north of the city. | | | Υπάρχει μποτιλιάρισμα στον διαπολιτειακό αυτοκινητόδρομο ακριβώς βόρεια της πόλης. | backup, back-up n as adj | (alternative) (σχέδιο) | εφεδρικός, εναλλακτικός επίθ. | | | (καθομιλουμένη) | μπακάπ επίθ άκλ | | | I'm going to keep my old laptop as a backup computer just in case my new one breaks down. | | | Θα κρατήσω το παλιό μου λαπ τοπ ως εφεδρικό, σε περίπτωση που ο νέος μου υπολογιστής χαλάσει. |
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: back [sth] up, back up [sth] vtr phrasal sep | (computing: make copies) | αντιγράφω, δημιουργώ αντίγραφα ρ μ | | Σχόλιο: The single-word form is used when the term is a noun or an adjective. | | | It is advisable to back up all the files on your computer regularly, in case of breakdown. | | | Είναι καλό να δημιουργείτε τακτικά αντίγραφα όλων των αρχείων στον υπολογιστή σας, για την περίπτωση βλάβης. | | back [sb] up vtr phrasal sep | (support) | υποστηρίζω, στηρίζω ρ μ | | | | παίρνω το μέρος κάποιου έκφρ | | | Go ahead and tell the boss just what happened; I'll back you up on it. | | | Προχώρα και πες στο αφεντικό τι έγινε μόλις τώρα. Θα σε υποστηρίξω. | back [sth] up, back up [sth] vtr phrasal sep | (confirm: fact, argument) | επιβεβαιώνω, επαληθεύω, πιστοποιώ, διαπιστώνω ρ μ | | | The accused man insisted that his wife would back up his story and give him an alibi. | | | Ο κατηγορούμενος επέμενε ότι η γυναίκα του θα επιβεβαίωνε την εκδοχή του και θα του έδινε άλλοθι. | back [sth] up, back up [sth] vtr phrasal sep | (vehicle: reverse) | κάνω όπισθεν με κτ περίφρ | | | | πάω πίσω με κτ περίφρ | | | It's difficult to back up a truck when a trailer is attached. | | | Είναι δύσκολο να κάνεις όπισθεν με ένα φορτηγάκι, όταν σε αυτό έχει προσαρτηθεί και τροχόσπιτο. | | back up vi phrasal | (move in reverse) (αυτοκίνητο) | κάνω όπισθεν ρ εκφρ | | | A loud beeping alerts other road users when the lorry is backing up. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | back up vi phrasal | (water: accumulate) | μαζεύομαι ρ αμ | | | Water has backed up into the toilet and the flush won't work. |
|
|